Βρίσκεστε εδώ: ΑρχικήΓυναίκα και Σεξουαλική Δυσλειτουργία

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ Κύριο

Σημαντικός αριθμός γυναικών, αντιμετωπίζει προβλήματα σεξουαλικής δυσλειτουργίας κάποια στιγμή στη ζωή τους. Από μελέτες έχει διαπιστωθεί ότι το 43% των γυναικών εμφανίζει κάποιου βαθμού σεξουαλική  δυσλειτουργία. Ενώ το πρόβλημα είναι σύνηθες στις γυναίκες, πολλές διστάζουν να το συζητήσουν και να απευθυνθούν στους ειδικούς, δεδομένου ότι υπάρχει λύση σε μεγάλο βαθμό.

Υπάρχουν διάφοροι τύποι γυναικείας σεξουαλικής δυσλειτουργίας.  Αυτοί είναι :

1.Μειωμένη σεξουαλική επιθυμία.

Η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία χαρακτηρίζεται από απώλεια ενδιαφέροντος και σεξουαλικής δραστηριότητας. Η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία είναι η πλέον συχνή σεξουαλική διαταραχή και αφορά το 33,4% και ακολουθείται από διαταραχή οργασμού σε ποσοστό 24,1%, ενώ η επώδυνη σεξουαλική επαφή αφορά το 14,4 % των γυναικών.

2.Διαταραχές σεξουαλικής διέγερσης.

Οι διαταραχές σεξουαλικής διέγερσης χαρακτηρίζονται από σεξουαλική επιθυμία και από αδυναμία σεξουαλικής διέγερσης ή διατήρησης της διέγερσης κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας.

3.Διαταραχές οργασμού.

Οι διαταραχές οργασμού χαρακτηρίζονται από επίμονη ή υποτροπιάζουσα δυσχέρεια επίτευξης οργασμού μετά από επιτυχή σεξουαλική διέγερση.

4.Σεξουαλική αποστροφή.

Η σεξουαλική αποστροφή χαρακτηρίζεται από επίμονη και φοβική αποφυγή σεξουαλικής επαφής με κάποιο σύντροφο.

5.Επώδυνη σεξουαλική επαφή.

Η γυναίκα βιώνει επώδυνο κολπικό άλγος κατά την σεξουαλική επαφή, και αυτή η κατάσταση οδηγεί σε αρνητική διάθεση της σεξουαλικής δραστηριότητας.

 

Σύμφωνα με μελέτες το 37% των γυναικών σκέπτεται το sex ελάχιστες φορές το μήνα, και μόνον το 33% το σκέπτεται  2-3 φορές την εβδομάδα ή περισσότερο. Φαίνεται ότι οι ευτυχισμένες γυναίκες σκέπτονται πολύ συχνά το sex, σε σχέση με εκείνες που αντιμετωπίζουν ψυχογενή ή  προβλήματα διαπροσωπικών σχέσεων.

Τα σεξουαλικά προβλήματα στη γυναίκα, μπορούν να εμφανισθούν σε οποιαδήποτε ηλικία. Συνήθως εμφανίζονται όταν επισυμβαίνουν ορμονικές διαταραχές, όπως παράδειγμα μετά τον τοκετό ή κατά την εμμηνόπαυση.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει κάθε γυναίκα σχετικά με τη σεξουαλική δραστηριότητα της, μπορεί να ταξινομηθεί ως γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία εφόσον βιώνει ένα ή περισσότερα συμπτώματα από τα παρακάτω και που της προκαλούν έντονα συναισθηματικά προβλήματα. Τέτοια είναι:

1.     Μειωμένη ή απουσία επιθυμίας για sex.

2. Αδυναμία διέγερσης ή διατήρησης της, όταν υπάρχει, κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας παρά την επιθυμία για sex.

3.     Αδυναμία βίωσης ενός οργασμού.

4.     Επώδυνη σεξουαλική επαφή.

 

ΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες οι οποίοι συμβάλλουν, με τον ένα η άλλο τρόπο, στην εμφάνιση κάποιας μορφής σεξουαλικής δραστηριότητας. Τέτοιοι είναι:

Φυσικοί. Παθήσεις που δημιουργούν κινητικά προβλήματα, όπως αρθρίτιδες, προβλήματα ούρησης ή με τη λειτουργία του εντέρου, χειρουργικές επεμβάσεις πυέλου, όπως υστερεκτομές, επώδυνα σύνδρομα, και νευρολογικές παθήσεις όπως η κατά πλάκας σκλήρυνση, υποθυρεοειδισμός και σακχαρώδης διαβήτης.  Επίσης η λήψη φαρμάκων, όπως αντικαταθλιπτικά, αντιυπερτασικά, αντιισταμινικά και χημειοθεραπευτικά, μπορούν να οδηγήσουν σε μειωμένη σεξουαλική επιθυμία και αδυναμία επίτευξης οργασμού.

Ορμονικοί. Μετά την εμμηνόπαυση, επέρχονται ορμονικές μεταβολές με χαρακτηριστικό την μείωση των επιπέδων  των οιστρογόνων και των ανδρογόνων. Αυτές οι ορμονικές μεταβολές, μπορεί να οδηγήσουν σε μεταβολές των έξω γεννητικών οργάνων, όπως ατροφία των χειλέων του αιδοίου και του κολπικού τοιχώματος. Αυτές οι ιστικές μεταβολές οδηγούν σε προβολή της κλειτορίδας  και μείωση της κλειτοριδικής ευαισθησίας .

Η ατροφία του κόλπου οδηγεί σε απώλεια της ελαστικότητας του με συνέπεια την επώδυνη σεξουαλική επαφή, δηλαδή δυσπαρεύνεια. Γι’ αυτό, αυτές οι γυναίκες θα πρέπει να λιπαίνουν τον κόλπο συχνά. Τα ανδρογόνα στις γυναίκες, σε σχέση με τους άνδρες, ανιχνεύονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Όταν όμως μειώνονται έτι περαιτέρω, μπορεί να προκαλέσουν διαταραχές σεξουαλικής δυσλειτουργίας στη γυναικα.

Ψυχολογικοί και κοινωνικοί. Το άγχος και η κατάθλιψη  συμβάλλουν στην σεξουαλική δυσλειτουργία. Οι διαταραχές της κύησης και οι απαιτήσεις της νέας μητέρας μπορεί να έχουν τις ίδιες επιπτώσεις, στην σεξουαλική ζωή. Οι μακροχρόνιες κακές σχέσεις με τον σύντροφο σχετικά με το sex  ή άλλα θέματα, ζητήματα  νοοτροπίας και θρησκείας  καθώς και προβλήματα εικόνας με το σώμα, μπορεί να οδηγήσουν επίσης σε διαταραχές της σεξουαλικής λειτουργίας.

Άλλες παθολογικές καταστάσεις, που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο σεξουαλικής δυσλειτουργίας, είναι παθήσεις της καρδιάς και των αγγείων, ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια, συγκινησιακές και ψυχολογικές καταστάσεις και ιστορικό σεξουαλικής κακοποίησης.

Οι γυναίκες που εμφανίζουν μειωμένη σεξουαλική επιθυμία ή αδυναμία σεξουαλικής διέγερσης και αισθάνονται ψυχολογική πίεση, πρέπει να επισκεφθούν τον γιατρό τους και να εκθέσουν το πρόβλημα.

Εικόνα 1

Ο κύκλος της σεξουαλικής δυσλειτουργίας. Δείχνει πως μια ασθενής μπορεί να εισέλθει στον κύκλο της σεξουαλικής δυσλειτουργίας σε μια περιοχή ( μειωμένο οργασμό) και μετάπτωση σε μία άλλη (μειωμένη επιθυμία), με συνέπεια το παρόν σύμπτωμα, να μην εκφράζει το βαθύτερο πρόβλημα  σεξουαλικής δυσλειτουργίας, το οποίο πράγματι χρειάζεται αξιολόγηση και θεραπεία.

Η θεραπεία της γυναικείας σεξουαλικής  δυσλειτουργίας, εξαρτάται από τα συμπτώματα και τις αιτίες.

 

 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η ακριβής διάγνωση της γυναικείας σεξουαλικής δραστηριότητας είναι το πιο σημαντικό βήμα στην αποτελεσματικότερη θεραπεία. Ο καθορισμός του σταδίου της σεξουαλικής δραστηριότητας και ο εντοπισμός του κρίσιμου σημείου δυσλειτουργίας προσφέρει σημαντικές πληροφορίες στον θεράποντα γιατρό και τα κλειδιά  της θεραπευτικής αντιμετώπισης του προβλήματος. Κατά συνέπεια, ένα καλό ιστορικό αποτελεί το αποφασιστικό βήμα στην προσπάθεια της θεραπευτικής προσέγγισης. Το δεύτερο βήμα, είναι η φυσική εξέταση, για να ελεγχθεί η ανατομία των έξω γεννητικών οργάνων.

 Η φυσική εξέταση μπορεί να αποκαλύψει ανατομικές μεταβολές όπως κυστεοκήλη, ορθοκήλη, πρόπτωση μήτρας, εντεροκήλη, φλεγμονές, ατροφία και ξηρότητα του κόλπου. Επίσης,  μπορεί να αποκαλυφθεί η έλλειψη ελαστικότητας του κόλπου και επώδυνη κολπική εξέταση. Επιπλέον, θα πρέπει να ελεγχθεί στο σύνολο του το ουροποιητικό και έσω γεννητικό σύστημα της πάσχουσας γυναίκας με υπερηχογράφημα και testPap, για να αποκλεισθεί ή αποκαλυφθεί κάποια παθολογία, η οποία μπορεί να προκαλεί σεξουαλική δυσλειτουργία.

Η διερεύνηση της διάθεσης για sex, καθώς και άλλων παραγόντων που συμβάλλουν στην εκδήλωση κάποιας μορφής σεξουαλικής δυσλειτουργίας, όπως το άγχος, ο φόβος, η σεξουαλική κακοποίηση στο παρελθόν, ή κατάχρηση αλκοόλ ή η λήψη διαφόρων φαρμάκων, θα βοηθήσει τον θεράποντα ιατρό στη σωστή διάγνωση, ώστε να δρομολογήσει και την κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση.

Όταν, η σεξουαλική δυσλειτουργία, οφείλεται σε λήψη διαφόρων φαρμάκων, θα πρέπει  να αντικαθίσταται από άλλα ανάλογα χωρίς τις αναφερόμενες παρενέργειες.

Η αλλαγή του τρόπου ζωής  όπως, διακοπή του καπνίσματος, η άσκηση, η υγιεινή διατροφή, μπορεί να βοηθήσει στην βελτίωση της σεξουαλικής λειτουργίας.

Η επικοινωνία με τον σύντροφο μπορεί να λύσει ζητήματα σχέσεων και να αυξήσει τη διάθεση για sex.

Όταν στον εργαστηριακό έλεγχο διαπιστούται μείωση των οιστρογόνων ή των ανδρογόνων, συνιστάται υποκατάσταση αυτών των ορμονών.  Η ωφέλεια από τη χορήγηση των ανδρογόνων στις γυναίκες με μειωμένη σεξουαλική διάθεση, είναι αμφισβητήσιμη, ενώ η χρήση των οιστρογόνων ενέχει κινδύνους, όπως καρδιοπάθειες και ανάπτυξη καρκίνου. Γι’αυτό σ’αυτές τις περιπτώσεις, απαιτείται στενή παρακολούθηση από τον θεράποντα γιατρό.

Στην Ευρώπη και την Αυστραλία χρησιμοποιείται στις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση συνθετικό στεροειδές φάρμακο με την ονομασία Tibolone. Το εν λόγω στεροειδές βελτιώνει την σεξουαλική διάθεση, αλλά εμφανίζει παρενέργειες, όπως καρκίνος μαστού και εγκεφαλικά επεισόδια. Γι’αυτό στην Αμερική το FDA δεν έχει δώσει έγκριση του συγκεκριμένου φαρμάκου.

Η χρήση του αναστολέα της φωσφοδιεστεράσης-5 ( Viagra), έχει δυστυχώς πτωχά αποτελέσματα, εν αντιθέσει με τους άνδρες.

Όταν η σεξουαλική διαταραχή οφείλεται σε στρεσσογόνους παράγοντες, φόβο για sex, τραυματική εμπειρία από σεξουαλική κακοποίηση, τότε η ενδιαφερόμενη πρέπει να αναζητήσει  ψυχολογική ή ψυχιατρική βοήθεια.

Στις γυναίκες με δυσπαρεύνια, ξηρότητα κόλπου πρέπει να χρησιμοποιούνται λιπαντικές ουσίες σε μορφή γέλης, και αν πάρα ταύτα το πρόβλημα παραμένει, τότε καλόν είναι να χρησιμοποιείται γέλη ξυλοκαίνης (xylocainegel). 

Δρ. Δημήτριος Κ. Καραναστάσης FEBU

Συντονιστής Διευθυντής Ουρολογικού Τμήματος Γ.Ν Αθηνών «ΕΛΠΙΣ»

Αλέξανδρος Ι. Δρίβαλος

Ειδικευόμενος Ουρολογικού Τμήματος Γ.Ν. Αθηνών «ΕΛΠΙΣ»

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 08 Δεκεμβρίου 2014 17:27
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(5 ψήφοι)